Σύμφωνο συμβίωσης - Εφημερίδα "Ο Φιλελεύθερος" - 22 Ιαν 2012

«Σύμφωνο συμβίωσης» ζευγαριών εκτός γάμου
Αναγκαίο λόγω αλλαγών στην κοινωνία για να κατοχυρωθούν δικαιώματα ετερόφυλων και ομόφυλων συντρόφων
της Μαριλένας Παναγή
 

Μέχρι πριν από μια δεκαετία η συμβίωση εκτός γάμου γινόταν αιτία για ένα από εκείνα τα κουτσομπολιά που μεταδίδονταν χαμηλόφωνα από στόμα σε στόμα και από γειτονιά σε γειτονιά. Πολύ συχνά τα ζευγάρια που συμβίωναν εκτός γάμου αποτελούσαν τα «μαύρα πρόβατα» των οικογενειών τους. Σιγά-σιγά όμως και φθάνοντας αισίως στην τρίτη μετά Χριστό χιλιετία, η κυπριακή κοινωνία άρχισε να αλλάζει αντιλήψεις. Έτσι, τα ετερόφυλα ζευγάρια μπορούν να συμβιώνουν σχεδόν ανενόχλητα ή τουλάχιστον δεν αποτελούν αντικείμενο κουτσομπολιού. Γι’ αυτό άλλωστε και ουδέποτε τέθηκε επίσημα θέμα αναγνώρισης των ζευγαριών αυτών και κατοχύρωσής τους κατά τρόπο που να τους διασφαλίζει δικαιώματα και υποχρεώσεις. Μαζί όμως με την αποδοχή της συμβίωσης εκτός γάμου, σχεδόν παράλληλα η κυπριακή κοινωνία άρχισε να γίνεται πιο δεκτική και σε ό,τι αφορά ζητήματα ομοφυλοφιλίας. Έτσι, είδαμε στο τέλος της περσινής χρονιάς την ίδρυση της πρώτης επίσημης οργάνωσης ομοφυλοφίλων ατόμων, η οποία είναι συνδεδεμένη με αντίστοιχες ευρωπαϊκές, έχει φωνή και διεκδικεί δικαιώματα για τα μέλη της. Αν η ανακοίνωση της ίδρυσης αυτής της οργάνωσης γινόταν πριν από 10-15 χρόνια θα υπήρχαν αντιδράσεις και διαμαρτυρίες. Πριν από ένα χρόνο, όμως, η σχετική είδηση στα δελτία ειδήσεων πέρασε σχεδόν απαρατήρητη ή αντιμετωπίστηκε ακόμη και με συμπάθεια.
Αυτό όμως συνεπάγεται ότι πλέον και τα ομόφυλα ζευγάρια όπως και τα ετερόφυλα ζευγάρια στην Κύπρο μπορούν να συμβιώνουν. Η συμβίωση ωστόσο αυτή, η οποία είναι φυσικά εκτός γάμου (αφού ο γάμος μεταξύ ομοφύλων στην Κύπρο απαγορεύεται) δεν διασφαλίζει δικαιώματα και υποχρεώσεις μεταξύ των δύο μελών του ζευγαριού, με αποτέλεσμα με τη λύση της σχέσης ή με το θάνατο ενός εκ των δύο συντρόφων να δημιουργούνται προβλήματα, τόσο σε ό,τι αφορά τα περιουσιακά στοιχεία όσο και σε ό,τι αφορά άλλα δικαιώματα τα οποία τα ετερόφυλα ζευγάρια που βρίσκονται εντός γάμου απολαμβάνουν. 
Με τα δύο αυτά φαινόμενα, της συμβίωσης ετεροφύλων εκτός γάμου και της συμβίωσης ομοφύλων προκύπτει πλέον μια καινούργια νομοθετική ανάγκη, η οποία αν και γενικά φαίνεται να γίνεται αποδεκτή, ενδεχομένως εάν τεθεί με λανθασμένο τρόπο ενώπιον της κοινωνίας και της Πολιτείας να οδηγήσει σε αναταραχή. Το θέμα έχει ήδη αρχίσει να συζητείται, αφού και η επίτροπος Διοικήσεως με δύο διαφορετικές της εκθέσεις τον τελευταίο χρόνο τονίζει την ανάγκη θέσπισης νόμου που να αναγνωρίζει το, όπως καθιερώθηκε πλέον να λέγεται, «σύμφωνο συμβίωσης», το οποίο θα μπορεί να διασφαλίζει την αναγνώριση τόσο των ετερόφυλων όσο και των ομόφυλων ζευγαριών.
 
Ετερόφυλα ζευγάρια
Αφορμή για μια από τις παρεμβάσεις της επιτρόπου Διοικήσεως κατά τη χρονιά που πέρασε αποτέλεσε καταγγελία γυναίκας από χωριό της επαρχίας Αμμοχώστου, η οποία ύστερα από 67 χρόνια συνεχούς συμβίωσης και τη γέννηση οχτώ παιδιών, δεν μπόρεσε να λάβει σύνταξη χηρείας από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων επειδή η συμβίωση με τον σύντροφό της ήταν εκτός γάμου. Αξίζει να σημειωθεί ότι η επιλογή τής εκτός γάμου συμβίωσης, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν βασιζόταν σε ιδεολογικούς ή θρησκευτικούς λόγους αλλά στην ύπαρξη εξ αγχιστείας συγγένειας, η οποία εκείνη την εποχή αποτελούσε κώλυμα για την τέλεση θρησκευτικού γάμου.Από τη διερεύνηση της υπόθεσης από την επίτροπο Διοικήσεως, προέκυψε ότι η απόρριψη αιτήσεων για λήψη σύνταξης χηρείας από ζώντα σύντροφο εκτός γάμου αποτελεί αδικαιολόγητη διάκριση.
 
Ομόφυλα ζευγάρια
Στο γραφείο της επιτρόπου Διοικήσεως έφθασαν και διερευνήθηκαν τα τρία τελευταία χρόνια αρκετές περιπτώσεις ομόφυλων ζευγαριών, Κυπρίων, Ελλαδιτών, άλλων και κοινοτικών και υπηκόων τρίτων χωρών, τα οποία διέθεταν συμφωνητικά συμβίωσης ή πιστοποιητικά γάμου από άλλες χώρες στις οποίες οι θεσμοί αυτοί καλύπτονται νομοθετικά, αλλά στην Κύπρο δεν ήταν δυνατό να αναγνωριστούν. 
- Η πρώτη καταγγελία αποτελούσε ουσιαστικά ερώτημα που υπέβαλε στο γραφείο της επιτρόπου Ελλαδίτης υπήκοος αναφορικά με το δικαίωμα του Αιγύπτιου συντρόφου του, με τον οποίο διατηρεί σχέση καταχωρισμένης συμβίωσης, να εγκατασταθεί και να εργαστεί μαζί του στην Κύπρο(ΑΚΡ 40/2009).- Η δεύτερη(ΑΚΡ 68/2008) αφορούσε τα δικαιώματα εισόδου και διαμονής στην Κύπρο Ινδού υπηκόου, συντρόφου Ευρωπαίου (Άγγλου) πολίτη, μόνιμου κάτοικου Κύπρου, με τον οποίο είχε προχωρήσει σε Καταχώρηση Σχέσης Συμβίωσης (CivilΡartnership Registration) στην Αγγλία.- Η τρίτη(ΑΚΡ 213/2008) είχε ως αντικείμενο την παραχώρηση άδειας παραμονής με καθεστώς «επισκέπτη» (visitor) χωρίς δικαίωμα εργασίας σε Καναδό υπήκοο, σύζυγο Κυπρίου πολίτη με τον οποίο είχε τελέσει γάμο στον Καναδά.- Τέλος, η τέταρτη καταγγελία(ΑΚΡ 103/2008) αφορούσε στην απόρριψη της αίτησης για παραχώρηση πολιτικού ασύλου για λόγους που αφορούν στο σεξουαλικό προσανατολισμό αιτητή ασύλου από το Ιράν, που είχε σχέση με Κύπριο υπήκοο.
Βεβαίως, αν και στις περιπτώσεις αυτές το ζήτημα αφορούσε καθαρά την αναγνώριση της συμβίωσης των δύο συντρόφων, τα προβλήματα που φαίνεται να εντοπίζονται στην καθημερινότητα των ατόμων που συμβιώνουν εκτός γάμου είναι πολλά. Για παράδειγμα, όπως και στην περίπτωση της γυναίκας, ακόμα και μετά από δεκαετίες συμβίωσης και έστω και εάν υπάρχουν παιδιά, με το θάνατο του ενός συντρόφου ο άλλος δεν έχει κανένα δικαίωμα σε ό,τι αφορά τις συντάξεις αλλά και το περιουσιακό ή άλλο κληρονομικό δικαίωμα στην περιουσία που ενδεχομένως οι δύο να απέκτησαν από κοινού. Το ίδιο συμβαίνει και στις περιπτώσεις χωρισμού των δύο συντρόφων.Τέτοιες υποθέσεις παρουσιάζονται πολύ συχνά, χωρίς ωστόσο να υπάρχει κάποια διέξοδος και το πρόβλημα αυτό οφείλεται σε αρκετές περιπτώσεις στο νομοθετικό κενό που υπάρχει στην Κύπρο και αφορά τη μη αναγνώριση της συμβίωσης εκτός γάμου.

Επιβάλλεται, αλλά να μην υποκαθιστά τον γάμοΙΩΝΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

ΘΕΤΙΚΑ φαίνεται να αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο θεσμοθέτησης του συμφώνου συμβίωσης και η Βουλή. Ωστόσο, όπως εξήγησε μιλώντας στον «Φ» ο πρόεδρος της Επιτροπής Νομικών, Ιωνάς Νικολάου, θα πρέπει να μελετηθούν και να ληφθούν υπόψη πολλές παράμετροι, ώστε να μη δοθεί σε καμία περίπτωση η εντύπωση ότι αυτό το συμφωνητικό θα είναι δυνατό να υποκαταστήσει τον θεσμό του γάμου. 
Η μη θεσμοθέτηση του συμφώνου συμβίωσης, είπε ο κ. Νικολάου, «αποτελεί ένα κενό που παρατηρείται στην κυπριακή νομοθεσία και το οποίο με βάση τις σύγχρονες αντιλήψεις για τη συμβίωση επιβάλλεται να διευθετηθεί». Η επιλογή του τρόπου της συμβίωσης, τόνισε, «είναι δικαίωμα το οποίο αν και αναγνωρίζεται από το Σύνταγμά μας και από τη σύμβαση ανθρώπινων δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης». Όμως, «στην κυπριακή νομοθεσία δεν υπάρχει καμία ρύθμιση η οποία από τη μια να κατοχυρώνει την ύπαρξη της ειδικής σύμβασης και, από την άλλη, να διασφαλίζει τα δικαιώματα τα οποία προκύπτουν μεταξύ των συμβασιούχων ενδιαφερομένων». 
Ανεξάρτητα όμως με την αναγκαιότητα για αναγνώριση του δικαιώματος της συμβίωσης μέσω ενός ειδικού συμφωνητικού, «θα πρέπει να διασφαλίσουμε ότι αυτή η σύμβαση θα παράγει έννομες υποχρεώσεις και δικαιώματα στους συμβαλλόμενους τα οποία όμως δεν θα έρθουν να υποκαταστήσουν τον θεσμό του γάμου». 
Δηλαδή, με δεδομένο πάντα ότι «η επιλογή κάποιων συντρόφων να παραμείνουν εκτός γάμου αποτελεί μια συμβατική σχέση που μπορεί να ρυθμιστεί, πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι αυτή η συμβατική σχέση δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη θεσμική σχέση που δημιουργεί ο γάμος και κατ’ επέκταση η οικογένεια και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να έχει και ούτε να ρυθμίζει τις θεσμικές ευθύνες, υποχρεώσεις και δικαιώματα που αναγνωρίζονται σε ένα γάμο, όπως είναι για παράδειγμα το δικαίωμα της υιοθεσίας ενόσω δεν υπάρχει γάμος μεταξύ των συμβιούντων». 
Ταυτόχρονα, συνέχισε ο πρόεδρος της κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών, «είναι δυνατό να επιφυλαχθούν δικαιώματα από τον ένα σύντροφο στον άλλο και να αναγνωριστούν νομοθετημένα τα δικαιώματα αυτά, όπως είναι για παράδειγμα η σύνταξη χηρείας και το κληρονομικό δικαίωμα. Ωστόσο, επιβάλλεται να διασφαλίσουμε ότι η σχέση που θα κατοχυρώνεται με το ειδικό συμφωνητικό θα έχει τους σωστούς σκοπούς και δεν θα είναι δυνατό να εξυπηρετήσει σκοπιμότητες. Για παράδειγμα, το Υπουργείο Εσωτερικών θα πρέπει να μελετήσει τη ρύθμιση αυτής της συμβατικής σχέσης, ώστε από τη μια να διασφαλίζεται ότι αυτή θα είναι πραγματική και όχι εικονική. Δηλαδή, δεν θα εξυπηρετεί άλλους σκοπούς, όπως η δυνατότητα απόκτησης της κυπριακής υπηκοότητας ή της εξασφάλισης άδειας παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία (όταν πρόκειται για αλλοδαπούς). Παράλληλα, θα πρέπει να διασφαλίζεται ο χρόνος της σύναψης της σύμβασης αλλά και η δυνατότητα λύσης της». 
Το θέμα, κατέληξε ο κ. Νικολάου, «είναι πολύ μεγάλο και χρήζει ουσιαστικής μελέτης σε ό, τι αφορά στις κοινωνικές του προεκτάσεις, γι’ αυτό και οφείλουμε να το ρυθμίσουμε με τον τρόπο που το έχουν ρυθμίσει και άλλα σύγχρονα κράτη και τα πλείστα των κρατών μελών της ΕΕ».

Επίτροπος Διοικήσεως: Υποχρέωση η αναγνώριση
«Ενέχει έννομες συνέπειες, υποχρεώσεις και δικαιώματα για τους συντρόφους»

ΣΥΝΟΨΙΖΟΝΤΑΣ όλες τις περιπτώσεις ομόφυλων και ετερόφυλων ζευγαριών που έφθασαν στο γραφείο της τα τελευταία χρόνια, η επίτροπος Διοικήσεως με έκθεσή της πριν από ένα μήνα, τόνισε την ανάγκη για θεσμοθέτηση του «συμφωνητικού συμβίωσης», το οποίο θα κατοχυρώνει τα άτομα αυτά, τα οποία στο πλαίσιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχουν το δικαίωμα να επιλέξουν την συμβίωση εκτός γάμου. Όπως αναφέρει η κ. Ελίζα Σαββίδου, «η ανάγκη για νομική κατοχύρωση των σχέσεων των ομόφυλων ζευγαριών τέθηκε τον περασμένο χρόνο και αποτέλεσε αντικείμενο έκθεσης μετά από την υποβολή δύο καταγγελιών από Κύπριους πολίτες αναφορικά με την ανυπαρξία νομοθετικών προνοιών που να ρυθμίζουν τις συμβιωτικές σχέσεις ανάμεσα σε άτομα του ίδιου φύλου». Και προσθέτει: «Όπως αναφέρθηκε, οι νέες μορφές συμβίωσης ,τόσο ανάμεσα σε ετερόφυλα όσο και ομόφυλα άτομα, συνιστούν μια πραγματικότητα η οποία επιτάσσει επαναπροσδιορισμό της παραδοσιακής έννοιας του γάμου αλλά κυρίως εισαγωγή νομοθετικών ρυθμίσεων που να κατοχυρώνουν νομικά τις νέες αυτές μορφές συμβίωσης».
Συνεχίζοντας, η επίτροπος Διοικήσεως τονίζει ότι η ανάγκη για αναγνώριση του «συμφωνητικού συμβίωσης» δεν προσκρούει στο Δικαίο της ΕΕ. Αντιθέτως, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, «μέσα από εκτενή ανάλυση τόσο της εθνικής νομοθεσίας όσο και του κοινοτικού δικαίου και της νομολογίας διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων και συνεκτιμώντας τις σχετικές ρυθμίσεις στις οποίες έχουν προβεί αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, διαφάνηκε το κενό δικαίου που υφίσταται στην Κύπρο αναφορικά με τη νομική αναγνώριση των συμβιωτικών σχέσεων μεταξύ ατόμων και του ίδιου ή διαφορετικού φύλου. Όπως μάλιστα προκύπτει από τη μελέτη του οικείου κανονιστικού πλαισίου, η προοπτική νομικής αναγνώρισης αυτών των σχέσεων δεν συναντά προσκόμματα συνταγματικής υφής, καθώς το Σύνταγμα παραπέμπει σε νόμο του κράτους για τη ρύθμιση του θέματος». Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, προσθέτει, «κατοχυρώνει το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και το δικαίωμα του γάμου και της ίδρυσης οικογένειας. Συγχρόνως θεμελιώνει την αρχή της ίσης μεταχείρισης και προστασίας από το νόμο. Αντίστοιχα, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διασφαλίζει το δικαίωμα στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή».
Η αναγκαιότητα νομικής κατοχύρωσης της συμβίωσης, υπογραμμίζεται στην έκθεση της επιτρόπου Διοικήσεως, «γίνεται επιτακτική καθώς στην Κύπρο, σήμερα, η χωρίς γάμο συμβίωση, ακόμα και μακρόχρονη και σταθερή, δεν συνεπάγεται δικαιώματα ούτε ρυθμίζει περιουσιακές ή άλλες σχέσεις μεταξύ των συντρόφων. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και ενισχύεται τόσο από τις αντίστοιχες νομοθετικές πρόνοιες πολλών ευρωπαϊκών χωρών όσο και από τις επιταγές του ευρωπαϊκού και διεθνούς δικαίου για εξάλειψη κάθε μορφής διάκρισης».
Τι προνοεί το «συμφωνητικό συμβίωσης»
Το «συμφωνητικό συμβίωσης», όπως αυτό αναγνωρίζεται σε άλλες χώρες της ΕΕ και όχι μόνο, «ενέχει έννομες συνέπειες, υποχρεώσεις και δικαιώματα για τους συντρόφους». Συγκεκριμένα, διασφαλίζει κάποια ελάχιστα δικαιώματα για τους συντρόφους και ρυθμίζει τα θέματα που προκύπτουν από τη δημιουργία ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών σχέσεων.Ταυτόχρονα διασφαλίζει πλήρως τα παιδιά που θα γεννηθούν, τα οποία θα εξομοιώνονται με τα παιδιά που αποκτώνται εντός του γάμου. Πρόδηλα η καθιέρωση ενός τέτοιου συμφώνου θα δώσει την ευκαιρία σε ένα αριθμό ατόμων να προσδώσουν μονιμότερες και έννομες συνέπειες στη συμβίωσή τους οι οποίες θα προκύπτουν από την ελεύθερή τους βούληση.«Θεωρώ σκόπιμο να τονίσω», καταλήγει η επίτροπος Διοικήσεως, ότι «η νομική αναγνώριση των συμβιώσεων προσώπων του ιδίου ή διαφορετικού φύλου ανταποκρίνεται στη βαθμιαία αλλαγή που συντελείται στην κυπριακή κοινωνία αναφορικά με τις αντιλήψεις για τον γάμο και την οικογένεια».

«Εξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεων»
ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΟΙ

Ισχυρή θέση για τη θεσμοθέτηση του «συμφωνητικού συμβίωσης» έχουν, όπως είναι φυσικό, και τα ίδια τα επηρεαζόμενα άτομα και κυρίως τα ομοφυλόφιλα άτομα, για τα οποία αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει καμία διέξοδος αναγνώρισης της συμβίωσής τους. Όπως εξήγησε μιλώντας στον «Φ» ο εκπρόσωπος της οργάνωσης ΑCCΕΡΤ Κύπρου η οποία εκπροσωπεί τα ΛΟΑΤ άτομα (Λεσβίες, Ομοφυλόφιλοι, Αμφισεξουαλικοί, Τρανσέξουαλ) Γιώργης Ρεγγίνος, «η νομοθετική αυτή κατοχύρωση πρέπει να παράγει έννομα αποτελέσματα, δικαιώματα και υποχρεώσεις χωρίς διακρίσεις και πρέπει να κατοχυρώνει τα ζευγάρια σε ζητήματα φορολογίας, περιουσίας, ασφάλισης, σύνταξης, υγείας και άλλων».  
Βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας, είπε, «τα ομόφυλα ζευγάρια στην Κύπρο δεν μπορούν να κατοχυρώσουν νομικά τη σχέση τους, όπως ισχύει για τα ετερόφυλα ζευγάρια, και γι’ αυτό η αναγκαιότητα νομικής κατοχύρωσής τους γίνεται πλέον επιτακτική, αν αναλογιστεί κανείς ότι στην Κύπρο, σήμερα, η χωρίς γάμο συμβίωση, ακόμα κι αν είναι μακρόχρονη και σταθερή, δεν παράγει έννομα αποτελέσματα ούτε ρυθμίζει πειρουσιακές ή άλλες σχέσεις μεταξύ των συντρόφων». Η μεταρρύθμιση αυτή, τόνισε, «αποτελεί ανταπόκριση σε μια εξελισσόμενη κοινωνική κατάσταση και σε πραγματικές ανάγκες ανθρώπων που είναι ισότιμα μέλη της κοινωνίας μας».  
Η Πολιτεία, συνέχισε ο εκπρόσωπος της ΑCCΕΡΤ, «οφείλει να εξασφαλίζει τον ίδιο σεβασμό και προστασία σε όλους τους πολίτες, ανεξαρτήτως φύλου, έκφρασης φύλου ή σεξουαλικού προσανατολισμού» και «η πλήρης παραγνώριση υπαρκτών κοινωνικών μορφωμάτων (όπως η χωρίς γάμο συμβίωση και οι συνέπειες που αυτή οφείλει να παράγει, δηλαδή: ασφαλιστικές, συνταξιοδοτικές, υγείας, φορολογικές περιουσιακές και άλλων) στη βάση και μόνο του σεξουαλικού προσανατολισμού είναι προφανές ότι παραβιάζει την αρχή της μη διάκρισης και αποστερεί εντέλει από μια μερίδα πολιτών τη δυνατότητα διεκδίκησης δικαιωμάτων».

Τι ισχύει στην υπόλοιπη Ευρώπη
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο αρκετά κράτη αναγνωρίζουν θεσμικά τις ομόφυλες συμβιώσεις:- Με την υπαγωγή τους στο δίκαιο του πολιτικού γάμου (Ολλανδία, Βέλγιο, Ισπανία, Σουηδία, Νορβηγία). - Με την καθιέρωση του συμφώνου που αφορά μόνο στην καταχώρηση της συμβίωσης ομόφυλων ζευγαριών (Αυστρία, Κροατία, Τσεχία, Δανία, Φινλανδία, Ισλανδία, Πορτογαλία, Σλοβενία, Σουηδία, Ελβετία, Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία). - Το Κοινοτικό Δίκαιο όπως και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δεν υποχρεώνουν άμεσα τα κράτη να κατοχυρώνουν τις διαρκείς σχέσεις ομόφυλων ζευγαριών.- Επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής των σχετικών νόμων τόσο στα ομόφυλα όσο και στα ετερόφυλα ζευγάρια (Ανδόρα, Βέλγιο Γαλλία. Ουγγαρία, Ολλανδία, Λουξεμβούργο).- Όμως, στην πλειονότητα των ευρωπαϊκών κρατών έχει πλέον αναγνωριστεί η απαγόρευση των διακρίσεων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού.

ΣυνημμένοΜέγεθος
PDF icon fileleftheros_-_22_jan_2012.pdf142.9 KB
Ελληνικά
Κατηγορία: 
Ομάδες Εργασίας: